αηδιαστικός


αηδιαστικός
-ή, -ό [αηδιάζω]
αποκρουστικός, σιχαμερός, αυτός που προκαλεί αηδία.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αηδιαστικός — ή, ό επίρρ. ά αυτός που προκαλεί αηδία: Βρήκε το φάρμακο αηδιαστικό και δεν το παίρνει …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • άγλυκος — και ανάγλυκος, η, ο [γλυκός] 1. αυτός που δεν είναι αρκετά γλυκός ή δεν είναι καθόλου γλυκός 2. άνοστος, αηδιαστικός …   Dictionary of Greek

  • άσικχος — ἄσικχος, ον (Α) 1. αυτός που δεν είναι ιδιότροπος στο φαγητό 2. αυτός που δεν προξενεί αηδία, σιχαμάρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < α στερ. + σικχός «δύσκολος, ιδιότροπος (ειδικά στο φαγητό), αηδιαστικός, σιχαμένος»] …   Dictionary of Greek

  • αηδής — ές (Α ἀηδής) 1. όχι ευχάριστος, δυσάρεστος 2. αυτός που έχει άσχημη γεύση, αηδιαστικός, άνοστος, σιχαμερός 3. (για πρόσωπα) αντιπαθητικός, δυσάρεστος, ενοχλητικός, απεχθής, φορτικός αρχ. 1. επίρρ. ἀηδῶς α) δυσάρεστα β) χωρίς ευχαρίστηση, απρόθυμα …   Dictionary of Greek

  • αηδιάζω — 1. αισθάνομαι αηδία για κάποιον ή κάτι, αποστρέφομαι, σιχαίνομαι 2. προκαλώ αηδία, αποστροφή σε κάποιον. [ΕΤΥΜΟΛ. < αηδία. ΠΑΡ. αηδίασμα, αηδιασμός, αηδιαστικός] …   Dictionary of Greek

  • αναγουλιαστικός — ή, ό αυτός που προκαλεί τάση για εμετό, αηδιαστικός, σιχαμερός. [ΕΤΥΜΟΛ. < *αναγουλιαστός < αναγουλιάζω] …   Dictionary of Greek

  • βδελυγμίας — βδελυγμίας, ο (Μ) [βδέλυγμα] αηδιαστικός, δύσοσμος …   Dictionary of Greek

  • βδελυρός — ή, ό (AM βδελυρός, ά, όν) αυτός που προκαλεί βδελυγμία, σιχαμένος, αηδιαστικός μσν. το αρσ. ως ουσ. ο βδελυρός ο διάβολος. [ΕΤΥΜΟΛ. Τα βδελυρός (πιθ. αντί *βδελυλός) και βδελύσσομαι σχηματίστηκαν από θ. βδελυ που προήλθε πιθ. από το βδέω μέσω… …   Dictionary of Greek

  • βρομώ — (I) ( άω) (Μ βρομῶ, έω Α βρωμῶ ( έω)) [βρόμος (II), βρώμος (II)] μυρίζω άσχημα, αποπνέω δυσοσμία μσν. νεοελλ. 1. γίνομαι αηδιαστικός 2. προκαλώ αηδία σε κάποιον 3. μεταδίδω δυσοσμία σε κάποιον νεοελλ. 1. σαπίζω, αλλοιώνομαι 2. φρ. α) «το ένα τού… …   Dictionary of Greek

  • δυσχερής — ές (Α δυσχερής, ές) αυτός που δύσκολα μπορεί κανείς να τόν μεταχειριστεί, δύσκολος αρχ. 1. (για πράγμ.) αυτός που προκαλεί δυσφορία, ενοχλητικός («ἄλλην δ ἄκουσον δυσχερῆ θεωρίαν», Αισχ.) 2. (για πράξη) μισητός 3. δυσάρεστος, δύσκολος 4. (για… …   Dictionary of Greek